Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΤΡΙΤΟΚΛΙΤΑ :
Ο ΑΡΧΑΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ

    Γιατί είναι τόσο συνηθισμένο τα τελευταία χρόνια στις συναντήσεις τους οι φιλόλογοι να συζητούν για τα Αρχαία Ελληνικά ; Ποια είναι η περιπέτεια στον τίτλο της πρώτης ενότητας, και γιατί πολύχρονη; Δύσκολες οι απαντήσεις δεν είναι. Η περιπέτεια των Αρχαίων Ελληνικών ξεκίνησε λίγο μετά τη Μεταρρύθμιση του 1976, τη μόνη που αξίζει αυτό το όνομα, και συνεχίζεται σαράντα τώρα χρόνια με τις αλλεπάλληλες αλλαγές στο ωρολόγιο και αναλυτικό πρόγραμμα, στη μέθοδο διδασκαλίας και στα διδακτικά εγχειρίδια. Κάθε Κυβέρνηση, κάθε Υπουργός, με το που εγκατασταθούν, κρίνουν δικαίωμά τους, αν όχι και υποχρέωση, πρώτα να εξαγγείλουν, ύστερα να νομοθετήσουν, μακάρι και να εφαρμόσουν, αν προλάβουν, μια ‘μεταρρύθμιση’ σε θέματα που δεν κατέχουν. Και αν οι φιλόλογοι γνοιάζονται τόσο για τα Αρχαία, είναι γιατί αυτό ειδικά το μάθημα, η μία με την άλλη οι υπουργικές στραβοτιμονιές το οδήγησαν σε αδιέξοδο, και οι καθηγητές της έδρας το νιώθουν, πως κάτι πρέπει ν’ αλλάξει. 
Επιτρέψετε μου μια γρήγορη αναδρομή, να θυμηθούμε τα δεδομένα. Σε γενικές γραμμές η μεταρρύθμιση του ΄76 όριζε ότι στο Γυμνάσιο διδάσκονται (α) Αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς από δόκιμες μεταφράσεις, και (β) η Ιστορία της ελληνικής γλώσσας από τα μυκηναϊκά χρόνια ως σήμερα. Η διδασκαλία της αρχαίας γλώσσας σε όλους τους μαθητές περιοριζόταν, θυμίζουμε, στο Λύκειο, με πολύ περισσότερες ώρες για όσους θ’ ακολουθούσαν θεωρητικές επιστήμες. Παράλληλα ιδρύθηκαν στις μεγάλες πόλεις Κλασικά Γυμνάσια, όπου τα Αρχαία διδάσκονταν και από μετάφραση και όπως παλιά. 
    Η αποφασιστική αλλαγή, που ακύρωσε τη μεταρρύθμιση του 1976 επαναφέροντας τη γλωσσική διδασκαλία των Αρχαίων στους μαθητές του Γυμνασίου, προετοιμάστηκε το 1987 και πραγματώθηκε το 1993. Δεν έχουν σημασία τα ονόματα των Υπουργών και των συμβούλων τους· δεν αποτελεί έκπληξη ότι σαν έτοιμη από καιρό η συντηρητική παράταξη καταχειροκρότησε την αναπαλαίωση του γυμνασιακού προγράμματος, ούτε ότι οι οπαδοί του εκπαιδευτικού δημοτικισμού την εχαρακτήρισαν εξαρχής ολέθρια. Μεγαλύτερη σημασία έχει ότι σε αντίθεση με τις επιστημονικές τους ενώσεις –την Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων, και τον Φιλόλογο στη Θεσσαλονίκη– οι καθηγητές όχι μόνο δε διαφώνησαν, αλλά πρόθυμα ετράβηξαν να ξαναβρούν τ’αρχαία τα μονοπάτια : τα συγκοπτόμενα ονόματα και τα υγρόληκτα ρήματα, την κράση, τους υποθετικούς λόγους και την ετεροπροσωπία. Γιατί ;
Από τις πολλές απαντήσεις που έχουν δοθεί, ας ξεχωρίσουμε μία, την κατά τη γνώμη μας πιο ουσιαστική. Την αρχαία γλώσσα οι φιλόλογοι την είχαν διδαχτεί, και ήξεραν πώς να τη διδάξουν· την αρχαία γραμματεία από μετάφραση, όχι. Στη μια περίπτωση ο καθηγητής διδάσκει παγιωμένους κανόνες και εξετάζει την εφαρμογή τους· στην άλλη αυτοσχεδιάζει διδάσκοντας παράλληλα γραμματολογία, ποιητική τέχνη, ρητορική, δημόσιο και ιδιωτικό βίο, και ιστορία των ιδεών ! – μορφωτικά πολύτιμα και μαθησιακά συναρπαστικά αντικείμενα που η διδασκαλία τους απαιτεί διδακτική μαστοριά, αυστηρή μέθοδο και γνώσεις. Όλ’ αυτά οι φιλόλογοι έπρεπε μόνοι να τ’ αναζητήσουν, απροετοίμαστοι, καθώς στις Φιλοσοφικές Σχολές μία και μόνη φορά, όσο ξέρω, ακούστηκε Καθηγητής να διδάξει Όμηρο ή άλλο αρχαίο κείμενο από μετάφραση. Να κάτι που θα μπορούσε και θα έπρεπε να διορθωθεί.
    Στο μεταξύ, από την επανεισαγωγή της διδασκαλίας των Αρχαίων στο Γυμνάσιο έχουν περάσει είκοσι τρία χρόνια – και το αποτέλεσμα: 
α. Οι μαθητές του Γυμνασίου, που οι περισσότεροι, τρεις στους τέσσερις, είτε δε θα συνεχίσουν στο γενικό Λύκειο είτε θα συνεχίσουν σε διαφορετικές από τη θεωρητική κατευθύνσεις, διδάσκονται υποχρεωτικά τη γραμματική και το συντακτικό μιας γλώσσας, που δεν θα τους χρειαστεί. 
β. Η διδασκαλία της αρχαίας γλώσσας στο Γυμνάσιο δεν έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα. Οι καθηγητές του Λυκείου έχουν να λένε πως ύστερα από τρία χρόνια διδασκαλίας ελάχιστα Αρχαία φέρνουν μαζί τους οι μαθητές, και πως στην πρώτη Λυκείου πρέπει όλα να τα διδάξουν από την αρχή. 
γ. Όπως είχαν εξαρχής τονίσει ο Κριαράς και άλλοι, η παράλληλη διδασκαλία δύο πολύ παρόμοιων, αλλά και πολύ διαφορετικών μορφών της γλώσσας μας νοθεύει και αποπροσανατολίζει το εύπλαστο και ασχημάτιστο γλωσσικό αίσθημα των μαθητών του Γυμνασίου. 
δ. Στο Γυμνάσιο είναι λιγοστοί οι μαθητές που δε δυσανασχετούν με την άχαρη γλωσσική διδασκαλία των Αρχαίων. Οι περισσότεροι τη θεωρούν αγγαρεία, με το δίκιο τους, οπότε αντί να τον βιώσουν τον αρχαίο κόσμο, όπως μεγαλόστομα προβλέπει το επίσημο πρόγραμμα, αντί να τον αγαπήσουν, όπως θα προτιμούσαμε, τον αποστρέφονται.

    Το τελευταίο επιβεβαιώθηκε όταν την περασμένη χρονιά μια λαμπρή φιλόλογος, διδάσκοντας Αρχαία σε μεγάλο νησί, σκέφτηκε ν’ αξιολογήσει το μάθημα σε δύο διαφορετικά Τμήματα της Δευτέρας Γυμνασίου. Από το ένα ζήτησε ν’ απαντήσουν γραπτά στο ερώτημα : Μετά από δύο χρόνια διδασκαλίας, ποια εικόνα έχετε σχηματίσει για τα ομηρικά έπη ως αντικείμενο μελέτης ; – και από το άλλο να καταγράψουν τη σχέση τους με το μάθημα των Αρχαίων από το πρωτότυπο. 
Σε αυτό το Τμήμα, από τα τριάντα επτά παιδιά, μαθήτριες και μαθητές, μόνο έξι είχαν συγκρατημένα θετική γνώμη για τα Αρχαία, δεκατέσσερα είχαν ξεκάθαρα αρνητική, και τα υπόλοιπα δεκαεπτά, όπως θα το περιμέναμε, βρήκαν στο μάθημα θετικά όσο και αρνητικά στοιχεία. 
    Επιχειρήματα για τη θετική εκτίμηση : άμα ξέρεις τα Αρχαία, ξέρεις να μιλάς καλύτερα· είναι σαν να μαθαίνεις και άλλη ξένη γλώσσα· τα αρχαία ... βοηθούν τους μαθητές να καταλάβουν καλύτερα την προέλευση της νεοελληνικής γλώσσας – και το αφοπλιστικό : μάθημα χρήσιμο, όπου για να το μαθαίνουμε στο σχολείο σημαίνει ότι θα μάς χρειαστεί.
Δικαιολογώντας την αρνητική τους γνώμη τα παιδιά έγραψαν : βαρετά, πολύ βαρετά, πιο βαρετά δε γίνεται· πιο βαρετά από όλα τα μαθήματα (δύο μαθητές)· κουραστικά και (πολύ) δύσκολα (δύο μαθητές)· ένας εφιάλτης που επαναλαμβάνεται κάθε βδομάδα από τρεις φορές, δεν μας είναι χρήσιμα (τρία παιδιά)· δεν καταλαβαίνω γιατί κάνουμε αρχαία, αφού θέλουμε να πάμε μπροστά, όχι πίσω (τρία παιδιά) – όπου οι φιλόλογοι δε γίνεται να μη θυμηθούμε τον Λορεντζο Μαβίλη που πριν από πολλά πολλά χρόνια διαπίστωσε ότι με γενικές απόλυτες και ισόκωλα / αντί να πάμε μπρος πάμε πισόκωλα.
    Οι μαθητές που επαμφοτερίζουν έγραψαν : τα Αρχαία τα θεωρώ και χρήσιμα και άχρηστα· τα θεωρώ χρήσιμα ... αλλά δε μου αρέσουν καθόλου· με τα αρχαία έχω και καλή και κακή σχέση (δύο παιδιά)· τα θεωρώ ενδιαφέρον μάθημα, <αλλά> πιστεύω πως δεν είναι ιδιαίτερα χρήσιμα· το μόνο που μου αρέσει είναι το κείμενο, αλλά όχι η γραμματική· ή αντίθετα : τα Αρχαία Ελληνικά είναι ένα εύκολο μάθημα · εξαιρώντας τα κείμενα, η γραμματική και το λεξιλόγιο είναι εύκολα. 
Ιδιαίτερα μάς ενδιαφέρουν ορισμένες μαθητικές διαπιστώσεις και προτάσεις. Ένας μαθητής έγραψε: Σχεδόν όλα τα παιδιά, όταν δεν το έχουν διδαχθεί λένε «αχ τί ωραία θα κάνουμε τ΄αρχαία» · όταν όμως το γνωρίζουν καλά, δε θέλουν πια να τ’ακούσουν. Τυχαίο ; Κι ένας άλλος : Όσους ξέρω και κάνανε Αρχαία έξι χρόνια, μετά μόνο πώς λέγεται το νερό στα αρχαία θυμούνται.
    Παραμερίζοντας όσους εύχονται ανοιχτά την τέλεια κατάργηση του μαθήματος, προσέχουμε όσους κρίνουν ότι τα Αρχαία θα έπρεπε να διδάσκονται αλλιώς · λιγότερες ώρες (δώδεκα μαθητές), και ίσως το πιο σωστό, κατ’ επιλογήν (τρεις μαθητές). 
Το δεύτερο Τμήμα, όπου η ερώτηση αφορούσε τα ομηρικά έπη από μετάφραση είχε μόνο δεκαοκτώ μαθητές. Εξαιρώντας κάποιες επιφυλάξεις για τον παραμυθιακό χαρακτήρα στην υπόθεση της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, οι έπαινοι συσσωρεύονται : ωραίο μάθημα· διασκεδαστικό και ξεκούραστο· πάρα πολύ ενδιαφέρον (τρεις μαθητές)· ανοίγει τη φαντασία · ξεχωριστή εμπειρία· ένα από τα αγαπημένα μου, κλπ. Αν κάτι μάς ανησυχεί και εδώ, είναι η αιτιολόγηση, όπου σπάνια μνημονεύεται η υψηλή ποιητική ποιότητα –χαμένη η περισσότερη στη μετάφραση– ενώ αντίθετα υπερτονίζονται οι συγκεκριμένες γνώσεις, οι περισσότερες ξεσηκωμένες από την εισαγωγή του βιβλίου : μαθαίνουμε για δύο εποχές, τη Μυκηναϊκή και την Ομηρική, μαθαίνουμε για τη φιλοξενία – και ένας έγραψε ότι άλλο που αποκομίσαμε από τον Όμηρο είναι το ομηρικό ζήτημα (2) – νά κάτι που προσωπικά από χρόνια αναρωτιέμαι : γιατί το διδάσκουμε ; Τρία παιδιά εύχονται η διδασκαλία του Ομήρου να συνεχιζόταν και στην τρίτη Γυμνασίου, αλλά θαρρείς τούς απαντά ο μαθητής που σημείωσε ότι : δυστυχώς ... δε μάς έχουν σωθεί πολλά κείμενα του Ομήρου.
    Εξαιρετικά χρήσιμη για τον τρόπο διδασκαλίας είναι η δήλωση ενός μαθητή ότι η πιο καλή στιγμή ... είναι όταν μας τα διαβάζει η Κυρία, γιατί μάς κάνει να τα καταλαβαίνουμε ! Παλιό μας όνειρο η απλά και μόνο αναγνωστική, ακροαματική και συζητητική διδασκαλία του Ομήρου !

Ίσως θ’αναρωτιέστε γιατί επιμένω να τεκμηριώνω – και αυτό σε τόσο μικρό στατιστικό δείγμα – μια πραγματικότητα που οι καθηγητές της έδρας τή ζουν καθημερινά, και που είναι βέβαιο ότι θα ήθελαν, αλλά δε μπορούν να την ανατρέψουν. Είναι ίσως γιατί το θεωρώ απαραίτητο για κάθε θέμα, να μην ακούγονται μόνο οι βροντερές εξαγγελίες όσων αποφασίζουν και εντέλλονται άνωθεν το ένα ή το άλλο μέτρο, αλλά και η φωνή όσων θεληματικά ή αθέλητα το εφαρμόζουν, κάποια στιγμή και το ψιθύρισμα όσων το υφίστανται, όπως στην περίπτωσή μας οι μαθητές.
    Στη σημερινή μας εκπαιδευτική πραγματικότητα, μπορεί οι καθηγητές να ρωτούν τους μαθητές και να υπολογίζουν τη γνώμη τους, αλλά ποιος ποτέ Υπουργός συμβουλεύτηκε τους καθηγητές ; ποιος ρώτησε και ποιος άκουσε τους διευθυντές και τους συμβούλους ; Ο διάλογος που κάθε φορά ως άλλοθι εξαγγέλλεται δεν είναι παρά η σκιά μιας προδομένης λέξης. Έτσι και τώρα, μία ακόμα ουρανοκατέβατη Επιτροπή Εθνικού και Κοινωνικού Διαλόγου για την Παιδεία, θα γνωματέψει για τα εκπαιδευτικά μας θέματα, μικρά μεγάλα. Τριάντα έξι σοφοί : είκοσι εννέα Καθηγητές Πανεπιστημίου και άλλοι δύο Πανεπιστημιακοί. Στην επιτροπή μετέχουν ακόμα, ο Γενικός Γραμματέας διαβίου μάθησης του Υπουργείου Παιδείας, μία Διευθύντρια Ωδείου, και από τους εκπαιδευτικούς της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ο Θ. Κατσιφάκης της Πληροφορικής, τέως Πρόεδρος της ΟΛΜΕ, ο Κ. Πυρουνάκης, θεολόγος και πρωτεργάτης των σχολείων δεύτερης ευκαιρίας στις φυλακές, και ο Ν. Τσαγλιώτης, δάσκαλος με ειδίκευση στη Φυσική, Μ.Α. και υποψήφιος διδάκτορας. Κανένας εκπρόσωπος των επιστημονικών ενώσεων, κανένας καθηγητής, της Μέσης, ούτε ένας Σύμβουλος· και από ειδικότητες : λεφούσι οι πληροφορικοί, παιδαγωγοί, και κοινωνιολόγοι, κανένας καθαρόαιμος φιλόλογος, παρεκτός ο Μίλτος Πεχλιβάνος, καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Οι πραγματικοί γνώστες της εκπαιδευτικής πράξης, αυτοί που θα μπορούσαν πολλά να ειπούν ουσιαστικά και χρήσιμα – αυτοί παραπέμπονται στις βοσκήσιμες γαίες ενός διαλόγου, που μόνο διάλογος δεν είναι. Με τέτοια σύνθεση στο ρετιρέ της Εκπαίδευσης, φυσικό είναι για τον Οδυσσέα και τα τριτόκλιτα να ρωτούμε τους μαθητές στο ισόγειο, και για όλα τ΄ άλλα να περιοριζόμαστε σε όνειρα και σχεδιασμούς στην άμμο ;

    Ένα τέτοιο όνειρο επιτρέψτε μου να εκθέσω – όχι τόσο πρωτότυπο όσο ανατρεπτικό. Στόχος μας στο μάθημα των Αρχαίων στο Γυμνάσιο δε θα είναι να διδάξουμε την αρχαία γλώσσα σε όλα τα Ελληνόπουλα, ούτε να μελετήσουμε μαζί τους ορισμένα αρχαιοελληνικά αριστουργήματα από δόκιμες μεταφράσεις. Στόχος μας θα είναι όλοι οι μαθητές στην υποχρεωτική τους εκπαίδευση να γνωρίσουν τον Αρχαίο ελληνικό πολιτισμό ως σύνολο και στην εξέλιξή του. Ως σύνολο σημαίνει σε όλες του τις εκφάνσεις : στη θρησκεία και στη φιλοσοφία, στη λογοτεχνία και στις εικαστικές τέχνες, στην πολιτική και στην οικονομία, στις θεωρητικές, φυσιογνωστικές, και εφαρμοσμένες επιστήμες, στην ιατρική όσο και στην τεχνολογία. Και στην εξέλιξή του σημαίνει ακολουθώντας τη ροή των πολιτισμικών φαινομένων, πώς μεταλλάζουν με το χρόνο και πώς προσαρμόζονται στις ιστορικές συνθήκες, όπου το τελευταίο μάς οδηγεί να ενσωματώσουμε και την Αρχαία Ιστορία στο ανανεωμένο μάθημα, που σωστό θα ήταν, παλιά πρόταση, να ονομαστεί Αρχαιογνωσία. 
    Να διδαχτεί ως σύνολο και στην εξέλιξή του ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός ! Μα γίνεται ; Ας σκεφτούμε για λίγο πρακτικά : Στην πρώτη Γυμνασίου έχουμε στη διάθεσή μας πέντε ώρες , που θ΄αφιερωθούν όλες στη μυκηναϊκή και αρχαϊκή εποχή : διδάσκουμε όλο το χρόνο Ιλιάδα και Οδύσσεια για δύο ώρες, και τις άλλες τρεις ένα συνθετικό βιβλίο, όπου η ιστορική αφήγηση πλουτίζει και τεκμηριώνεται από εικαστικό υλικό και καλομεταφρασμένα αποσπάσματα από τον Ησίοδο και τους λυρικούς. 
    Με το ίδιο πάνω κάτω σχήμα, στη δεύτερη γυμνασιακή τάξη διδάσκεται για πέντε ώρες η Κλασική εποχή (5ος και 4ος αιώνας) : ένα ολόκληρο δράμα (οι Πέρσες του Αισχύλου ή ο Φιλοκτήτης του Σοφοκλή) για δύο ώρες το πρώτο εξάμηνο, Θουκυδίδης τις αντίστοιχες δύο ώρες στο δεύτερο, και τις υπόλοιπες τρεις όλο το χρόνο, το συνθετικό βιβλίο, όπου η ιστορική αφήγηση είναι εμπλουτισμένη και τεκμηριωμένη με εικαστικό υλικό και αποσπάσματα από τους Προσωκρατικούς, από τον Ηρόδοτο και τον Ιπποκράτη, από τον Αριστοφάνη και τον Ευριπίδη, από τον Αντιφώντα, τον Ισοκράτη και τον Δημοσθένη, από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, φυσικά σε μετάφραση. 
    Στη δευτέρα Γυμνασίου θα μάς επιστραφούν και οι δύο ώρες της Αρχαίας Ιστορίας, για να ξεκινήσουμε καινούριο μάθημα την Ιστορία της ελληνικής γλώσσας και γραφής. Το Αναλυτικό του πρόγραμμα θα ξεκινά με στοιχεία Γενικής Γλωσσικής, και θα συνεχίζεται με τη γένεση της ελληνικής γλώσσας από το συγκρητισμό της γλώσσας των Πελασγών Προελλήνων με την Ινδοευρωπαϊκή των πληθυσμών που γύρω στο 2000 π.Χ. άρχισαν να διεισδύουν από το βορρά και σταδιακά εγκαταστάθηκαν στους τόπους μας. Ακολουθούν τα κεφάλαια : Μυκηναϊκή γλώσσα και γραφή, Γραφικές ύλες, Αρχαίες ελληνικές διάλεκτοι και αλφάβητα, Η κυριαρχία της αττικής διαλέκτου, Τα ελληνικά ως παγκόσμια γλώσσα, Η Ελληνιστική Κοινή – όλα με εικονικά και κειμενικά παραδείγματα. 
    Η τρίτη Γυμνασίου, αφιερωμένη στην Αλεξανδρινή εποχή και τους Ελληνορωμαϊκούς χρόνους, στις εποχές όπου διαχωρίζονται και ακμάζουν οι επιστήμες, θεωρητικές και εφαρμοσμένες, εποχές όπου κυριαρχούν στη λογοτεχνία η μίμηση και αντίστοιχα στη γλώσσα ο αττικισμός. Μπορεί για λίγες ώρες να διδάξουμε ολόκληρο ένα ειδύλλιο του Θεόκριτου, έναν μίμο του Ηρώνδα, ή κάποιο διάλογο του Λουκιανού, αλλά κυρίαρχο θα είναι το συνθετικό βιβλίο με έμφαση στις επιστήμες και την τεχνολογία περισσότερο παρά στις τέχνες και τα λογοτεχνικά κείμενα, που αποτελούν τους τίτλους τέλους του αρχαίου πολιτισμού. Σε αυτή την τάξη η αρχαιογνωσία θα περιοριστεί σε τρεις ώρες την εβδομάδα, καθώς οι άλλες δύο θα δοθούν στην Ιστορία της ελληνικής γλώσσας και γραφής, όπου θα προβλέπονται κεφάλαια για τη σχέση των Ελληνικών με τα Λατινικά, για την περγαμηνή και τους κώδικες, για την κεφαλαιογράμματη και μικρογράμματη γραφή, για τη βυζαντινή λόγια από τη μια και δημώδη από την άλλη γλώσσα, για τις φράγκικες και τουρκικές επιδράσεις, για τις νεοελληνικές διαλέκτους, για την καθαρεύουσα και τη δημοτική, για το πολυτονικό και το μονοτονικό, για τις ξενικές επιδράσεις στα σύγχρονα Ελληνικά και τα Greeklish – πάντα με εικονικά και κειμενικά παραδείγματα. 
    Γενικός κανόνας : κανένα βιβλίο δε θα εισάγεται στα σχολεία, και καμιά διδακτική μέθοδο δε θα εφαρμόζεται αν δεν έχει πρώτα δοκιμαστεί στα Πειραματικά με επιτυχία. 
Πολύ φιλόδοξα όλ΄αυτά θα σκέφτεστε, ανεδαφικά κι αιθεροβάμονα. Πού θα βρεθεί Υπουργός να τα εγκρίνει και να περιμένει τον πειραματισμό και τ’ αποτελέσματά του; Ίσως το πιο σημαντικό : πού θα βρεθούν φιλόλογοι, ιστορικοί και γλωσσολόγοι να τα συγγράψουν τέτοια βιβλία, και πού καθηγητές με ενθουσιασμό και γνώση να τα διδάξουν ; – Όχι, δε θ’ αντιμιλήσω, δε θα επικαλεστώ στιγμές εθνικής και εκπαιδευτικής ευφορίας, το Αλφαβητάρι με τον ήλιο και Τα ψηλά βουνά, τη Γραμματική του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, το Νεοελληνικό Συντακτικό του Αχιλλέα Τζαρτζάνου, τα βιβλία του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου όταν πρωτοϊδρύθηκε, και άλλες παρόμοιες προσπάθειες.
Για όνειρο, μιλήσαμε, και για σχεδιασμούς στην άμμο. Όσο για την πραγματικότητα, ας περιοριστούμε σε ένα μοναχά παράδειγμα : Το 1982, μια ομάδα από εννιά φιλολόγους ξεκίνησε στο Κέντρο Εκπαιδευτικών Μελετών και Επιμόρφωσης (Κ.Ε.Μ.Ε.) μια πειραματική διδασκαλία με νέα μέθοδο και καινούρια βιβλία για το μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών σε τέσσερα Λύκεια. Τρεις χρονιές κράτησε το θάμα, σχεδόν, γιατί στο τέλος της τρίτης χρονιάς ο Υπουργός, που ήθελε να επανεισαγάγει τη γλωσσική διδασκαλία των Αρχαίων στο Γυμνάσιο, σταμάτησε απότομα τον πειραματισμό και αγνόησε τα θετικά του αποτελέσματα. 
    Βλέπετε, όλα τα μπορούν οι Υπουργοί – παρεκτός να καταργήσουν τα όνειρα !

Φάνης Ι. Κακριδής
Ομότιμος Καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας
στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων


Νέα Παιδεία (2016), τεύχος 157